Οδυσσέας Μοσχονάς

Ο Οδυσσέας Μοσχονάς γεννήθηκε στο χωριό Μυτιληνιοί της Σάμου, την Τρίτη 25 Σεπτεμβρίου 1912. Οι γονείς του, Αλέξανδρος Μοσχονάς και Βασιλική Τριτσινιώτη, ήταν αγρότες. Τα παιδικά του χρόνια ήταν ανήσυχα. Έξη χρονών, που τον έγραψε η μητέρα του στο σχολείο, μάλλον δεν πολυαγαπούσε τα γράμματα. Αργότερα το έσκαγε από τα μαθήματα και πήγαινε με την παρέα του στο βουνό, για πουλιά. Τον έστελνε ο πατέρας του στα γίδια στην περιοχή Αλεπού, στους Μυτιληνιούς, καθότανε στον αρμακά (σωρός πέτρες, από το ξεπέτρισμα χωραφιών), έφτιαχνε με καλάμια αυτοσχέδιες φλογέρες, προσπαθούσε να παίζει διάφορους σκοπούς. Στην συνέχεια έφτιαξε με ένα παλιόξυλο μια ψευτοκιθάρα και με αυτήν ψευτόπαιζε. Δανείζεται μια αληθινή κιθάρα από ένα φίλο του κουρέα και αρχίζει να μαθαίνει μόνος του. Οι Μυτιληνιοί ήταν τότε η μεγαλύτερη κωμόπολη της Σάμου με 7.500 κατοίκους, με διάφορες κομπανίες, που έπαιζαν σε πανηγύρια και στα καφενεία και έτσι κόλλησε ο Οδυσσέας με τους υπόλοιπους μουσικούς. Όπως θυμάται ο ίδιος, “αυτός ο φίλος ο κουρέας έλεγε: Θα σου δίνω την κιθάρα, να παίζεις, αλλά θα έρχεσαι κάθε βράδυ, να κάνουμε καντάδα στο κορίτσι μου! Έτσι γινότανε σχεδόν κάθε νύχτα. Μια βραδιά κάναμε καντάδα στην άκρη του χωριού και βλέπουμε ένα χωροφύλακα, φοβηθήκαμε και μόλις προλάβαμε να κρύψουμε την κιθάρα πίσω από ένα τοίχο. Πλησιάζει αυτός και μας λέει: Τι το κάνατε το γραμμόφωνο; Του λέει ο κουρέας ότι δεν έχουμε γραμμόφωνο, μια κιθάρα μόνο και τραγουδάει το παιδί από δω. Ρε, πού το κρύψατε το γραμμόφωνο; – επιμένει εκείνος. Τόσο ωραία φωνή είχα, που πίστευε ότι ήταν γραμμόφωνο! “Εγώ ξεκίνησα από την Σάμο με ντόπια όργανα. Είμαι Σαμιώτης, αλλά είδα ότι δεν μπορούσα, ανάλογα με τις δυνατότητες, που είχα, δεν μπορούσα εκεί να κάνω τίποτα, ξεκίνησα και ήρθα στην Αθήνα. Δεκαοχτώ χρονών, με μια κιθαρίτσα μπήκα στο πλοίο, πίσω από μια βάρκα. Έρχονται αυτοί, που παίρνουν τα εισιτήρια… – Τί κάνεις εδώ; Πού πας εσύ; – Πάω στην Αθήνα! – Εισιτήριο! – Δεν έχω εισιτήριο! – Έλα εδώ, πάμε αμέσως στον καπετάνιο! “Το παιδί, έτσι κι έτσι, λένε οι ναύτες στον καπετάνιο, δεν έχει εισιτήριο, πάει στην Αθήνα και είναι τραγουδιστής με την κιθάρα του. – Τραγουδάς; – Ναι. – Για κάτσε εκεί πέρα! Πως σε λένε; – Οδυσσέα. – Για πες μας ένα τραγούδι! “Τους λέω ένα τραγούδι του συχωρεμένου του Τούντα. Με κοιτάγανε όλοι. Μου λέει ο καπετάνιος: – Έχεις φάει; – Πως! Έχω φάει! – Όχι δεν έχεις φάει! Φέρτε στο παιδί μια μακαρονάδα με κρέας! – Ευχαριστώ πολύ! – Ξέρεις άλλα τραγούδια; – Πώς δεν ξέρω! – Πες μας, λοιπόν, ακόμα ένα! – Να σας πω, άλλο ένα. – Λοιπόν φάε τώρα, θα σε πάμε στην Αθήνα. Κι σε περίπτωση που τα βρεις δύσκολα και θέλεις να γυρίσεις στην πατρίδα σου, θα μας περιμένεις, να σε ξαναπάμε στην Σάμο». Ο Αλέξανδρος Μοσχονάς λέει ότι σύμφωνα με τις αφηγήσεις του πατέρα του, έφυγε με λίγες οικονομίες, που είχε, και όταν έφτασε στον Πειραιά, ψάχνει για το Καφενείο των Μουσικών, στην οδό Αθηνάς. Υπάρχουν δυο εκδοχές, αφηγημένες από τον ίδιο τον Οδυσσέα: Η μια, ότι όταν βγήκε από το πλοίο πήγε σε ταβέρνα στην Φρεατίδα και η άλλη ότι πήγε στο Καφενείο των Μουσικών. Δεν ξέρουμε ποια προηγείται και ποια έπεται. Πιθανότατα πρώτα πάει στην Φρεαττύδα και μετά αναζητά το Καφενείο των Μουσικών, όπου ο συνθέτης Γιάννης Δραγάτσης – Ογδοντάκης του δίνει το επαγγελματικό βάπτισμα. Οι δυο αφηγήσεις του Οδυσσέα Μοσχονά: Πρώτα βήματα «Όταν κατέβηκα στον Πειραιά, δεν συναντήθηκα με κανένα, παρά πήγα στην Φρεαττύδα. Πήγα σε μια ταβέρνα, βράδιασε κιόλας, με είδε ο καταστηματάρχης, που μπήκα μέσα με την κιθάρα, μου λέει: – Παίξε κάτι, να ακούσουμε τι παίζεις! – Ε, να σας παίξω. “Εγώ ντρεπόμουνα κιόλας να παίξω. Παίζω κάτι τραγουδάκια. Μου φέρνει αυτός κάτι καλαμαράκια, κάτι ψαράκια και ένα κατοστάρι κρασί. Έφαγα, με πλησίασε: – Από πού είσαι; – Από την Σάμο. – Και τραγουδάς εδώ; – Όχι δεν τραγουδάω, ήρθα με το καράβι τώρα προκειμένου να βρω δουλειά, να παίζω με ορχήστρα και να τραγουδάω». «Πήγα πρώτα στο Καφενείο των Μουσικών, στην Αθηνάς. Με κοίταξαν περίεργα, πέρασε η ώρα. Μπήκε ο Ογδοντάκης. Ρώτησε το γκαρσόνι. Με είδε επαρχιώτη. Του είπα έτσι κι έτσι, είμαι τραγουδιστής, να βρω δουλειά… Πάμε δίπλα -λέει- να δούμε τι ξέρεις! Είχανε ένα δωμάτιο, κάνανε πρόβες, έπαιξε ο Ογδοντάκης βιολί και εγώ τραγούδησα μερικά τραγούδια. Αμέσως μου είπε: Μπράβο Σαμιωτάκι! Έχεις πολύ ωραία φωνή, είσαι καλός τραγουδιστής! Πλησίαζε Πάσχα του 1931 και με πήρε στο συγκρότημα του. Δούλεψα τα πρώτα χρόνια με όλους του συνθέτες του Σμυρναίικου. Μα πιο πολύ θαύμαζα τον Γιώργο Κάβουρα. Όταν δούλεψα μαζί του το 1939, στην Κοκκινιά, στην μπύρα του Τζελαλή (σ.σ. εννοεί την μπύρα του Τζελαλίδη) του “άρπαξα” πολλά πράγματα». Φαντασθείτε τώρα πάλκο με εξαίρετους λαϊκούς μουσικούς και να συναγωνίζονται ο Κάβουρας με τον Μοσχονά! Πώς να μην μακαρίζεις τους ανώνυμους τυχερούς, που έζησαν τις θρυλικές, τις εξαίσιες στιγμές! “Το 1937 -διηγείται ο Αλέξανδρος Μοσχονάς- κατεβαίνει στην Σάμο, στο νησί του, τον είχαν καλέσει μαγαζιά για να δουλέψει. Εκείνη την εποχή βρίσκεται στην Σάμο η Άλκηστις Ράπτου, η οποία είχε πάει στην Αθήνα για κάτι δουλειές. Ο Οδυσσέας συναντά κάποια μέρα στο χωριό την Άλκηστη και προσπαθεί να την πλησιάσει, αφού του άρεσε πολύ. Η προσπάθειά του δυστυχώς απέτυχε, η Άλκηστις ήταν πολύ μετρημένη και σοβαρή. Πλησιάζει το πανηγύρι του Σταυρού, στις 14 Σεπτεμβρίου 1937 και ο Οδυσσέας αποφασίζει να την κλέψει! Συνεννοείται με την ξαδέλφη του, που είναι φίλη της Άλκηστις, να πάνε στο πανηγύρι. -Στον γυρισμό ο πατέρας κλέβει την μάνα μου, πάνε στο καλύβι του φίλου του Χατζησπύρου και παντρεύονται στις 19 Σεπτεμβρίου. Φεύγουν μαζί στην Αθήνα. Ο Οδυσσέας δουλεύει με σμυρναίικες κομπανίες, με τον Σέμση τον Σαλονικιό, με τον Αραπάκη, τον Καρίπη, τον Λορέντζο με όλους τους γνωστούς. Στις 13 Φεβρουαρίου 1939 γεννιέται το πρώτο παιδί, η Ευτυχία. Το 1940 καλείται να πάει στρατιώτης στον πόλεμο, η μητέρα είναι έγκυος στο δεύτερο παιδί, σε μένα. Στο μέτωπο τραυματίζεται και γυρίζει πίσω. Βρίσκει πλέον γεννημένο το δεύτερο παιδί. Γεννήθηκα στις 21 Φεβρουαρίου 1941 και πήρα το όνομα του παππού μου”. Στην Κατοχή το μεροκάματο βγαίνει τρομερά δύσκολα και με πολλούς κινδύνους. Ο Οδυσσέας θυμότανε ότι δούλεψε πρώτα στην Ομόνοια, στην οδό Ίωνος, σε ένα καμπαρέ, που άνοιξε το 1941 ο Αζύρτης, Εβραίος. Άλλο μυστήριο κι αυτό: Εβραίος μαγαζάτορας στην κατοχική Αθήνα! Στο πάλκο ήταν ο Μπουρλιάσκος, ο Δημήτρης Λορέντζος – Μπαρούσης και άλλοι, παίζανε μεσημέρι και βράδυ, όσο επιτρέπετο η κυκλοφορία. Το ίδιο έτος γνωρίζεται με τον Απόστολο Χατζηχρήστο, τον καλεί να δουλέψουν στο μαγαζί του Κατελάνου, κάτω από το θέατρο «Περοκέ». Άλλο ντουέτο θεσπέσιο! Εκεί ο Μοσχονάς γνωρίζεται με τον Ηλία Ποτοσίδη, με τον Μιχάλη Γενίτσαρη, με τον Στέλιο Κηρομύτη, πρωτίστως με τον Γιάννη Παπαϊωάννου, που στάθηκε σταθμός στην καριέρα του. Να τι έλεγε ο ίδιος για την γνωριμία: “Με τον Γιάννη Παπαϊωάννου γνωριστήκαμε όταν ήταν εδώ οι Γερμανοί, στην Κατοχή. Ο Χατζηχρήστος με πήγε να δουλέψουμε στου Κατελάνου, ήτανε εκεί και ο Γιάννης. Δέσαμε καλά, έλεγα τα τραγούδια του. Είχε μεγάλη εμπιστοσύνη σε μένα. Ο λαιμός ήτανε πλούσιο μπακάλικο! Ήξερε όλα τα μοτίβα, τα τραγούδια. Ταίριαζαν πολύ στην φωνή μου. Μου έλεγε: Έχεις ωραία φωνή Οδυσσέα, μετά τον Πόλεμο, που θα ανοίξει πάλι το εργοστάσιο δίσκων, θα σε πάρω να τραγουδήσεις δικά μου τραγούδια. Με τον Παπαϊωάννου παίξαμε ένα φεγγάρι και στον Πειραιά, σε μαγαζί στην Πηγάδα, τότε, που Γερμανοί βομβάρδισαν το λιμάνι, μετά πήγαμε, αν θυμάμαι καλά, στου Τοτόμη, στις Τζιτζιφιές, έπειτα στην Καλλιθέα, από εκεί στην Γλυφάδα. Με τον Γιάννη συνεργαστήκαμε δέκα, δώδεκα χρόνια, δεν θυμάμαι πόσα! Μια ζωή, και δεν είπαμε ο ένας του αλλουνού κάνε παραπέρα! Τώρα, ας το ακούσουν οι καινούριοι και ας εφαρμόσουν το φέρσιμο αυτό”. Της Κατοχής «Μοσχονάς και Παπαϊωάννου χτίζουν στην Κατοχή μια μεγάλη φιλία, εκτός από την καλλιτεχνική συνεργασία – λέει ο Αλέξανδρος Μοσχονάς. Πέρασαν όμως και πολύ δύσκολες στιγμές. Υπάρχουν ιστορίες, που είχε διηγηθεί ο πατέρας με τον Γιάννη τον Παπαϊωάννου στην Κατοχή, δυο φορές κόντεψαν να σκοτωθούν. Μια στην Λιβαδειά και άλλη στην Αθήνα. Παίζανε, λέει, στις Τζιτζιφιές και όπως γυρνούσαν αμέριμνοι, πέσανε σε μπλόκο των Γερμανών ακριβώς δίπλα στην μάντρα στον Ιππόδρομο, οι σφαίρες σφύριζαν δίπλα τους και σώθηκαν από αληθινό θαύμα. Αναγκάστηκαν να πηδήξουν μέσα στον Ιππόδρομο και τρέχοντας προς την θάλασσα κατόρθωσαν να ξεφύγουν από τους Γερμανούς». Την περιπέτεια στην Λιβαδειά, την αφηγείται ο ίδιος ο Οδυσσέας Μοσχονάς: «Με τον Γιάννη, έτυχε και ήρθε ένας καταστηματάρχης να μας πάρει να παίξουμε στην Λιβαδειά. Παίζαμε τότε στο «Περοκέ», στου Κατελάνου, εγώ, ο Χατζηχρήστος, ο Γιάννης Παπαϊωάννου και άλλοι, δεν τους θυμάμαι τώρα πια. Δεν μας πήγαινε καλά η δουλειά γιατί παίζαμε περισσότερο μέρα. Μας λέει αυτός ο καταστηματάρχης ότι είναι πολύ καλή δουλειά. Στην Κρύα Βρύση, έτσι λεγότανε το μέρος, θα περάσετε καλά, έχουμε κανα δυό όργανα, θα είστε και σεις, θα κάνουμε ωραία ορχήστρα και τα ρέστα. Πάμε στο μαγαζί. Δεν τα βρήκαμε όπως μας έλεγε ο μαγαζάτορας. »Εμείς τώρα, δεν πηγαίναμε μόνο για τα λεφτά αλλά και για τροφή. Λέγαμε θα κονομήσουμε λάδι, τίποτα φασόλια, αλεύρι, ρεβύθια, τόνα τ’ άλλο, για να περάσουμε στην Κατοχή, πεινούσε ο κόσμος. Αν και δεν ήταν όπως μας τα ‘λεγε, παίξαμε μια βδομάδα στην Λιβαδειά, μέχρι το Σαββάτο. Μέναμε στο σπίτι του καταστηματάρχη. Την Κυριακή το πρωί μας ξυπνάει ένας τύπος και μας λέει: Μη βγαίνετε έξω, γιατί στην πλατεία έχουν κρεμάσει 7-8 από τα μπαλκόνια. Μόλις τ’ ακούμε με τον Γιάννη, κοιτάμε ο ένας τον άλλο. Τί κάνουμε τώρα; Λέμε του μαγαζάτορα: Εμείς θα φύγουμε. Τώρα, από πού να φύγουμε; »Κατεβαίνουμε έξω από την Λιβαδειά, βρίσκουμε ένα γκαζοζέν, αλλά ήταν γεμάτο. Βρε παιδιά, πάρτε μας και μας να σωθούμε! Πού να σας βάλουμε, δεν βλέπετε τί γίνεται, δεν χωράει ρε παιδιά, κι αυτά κι εκείνα. Τελικά λέει ο οδηγός: Μαζευτείτε να μπούνε και τα παιδιά. Εγώ κρατούσα την κιθάρα και τον μπαγλαμά και ο Γιάννης το μπουζούκι. Μπαίνουμε μέσα! Τί να το κάνεις; Σ’ ένα μέρος, κοντά στο Κριεκούκι, χαλάει το γκαζοζέν. Εκείνη ήταν ιστορία! Άλλοι φύγανε από εδώ, άλλοι πήγανε από εκεί. Σα πού να πάμε ρε Γιάννη; Βλέπουμε έρχονται οι Γερμανοί, τρυπώσαμε στο αυτοκίνητο, να μην μας βρούνε! Ήρθανε αυτοί, βγαίνει ο Γιάννης με το μπουζούκι, «μουζίκ», «μουζίκ», τέλος πάντων μας βοήθησαν οι Γερμανοί να φύγουμε, συνήθως δεν πειράζανε μουσικούς. Πήραμε τον κατήφορο, κάποια στιγμή φθάσαμε στην Μάντρα, γυρίσαμε σώοι και αβλαβείς. »Να σου μιλήσω τώρα για τον Παπαϊωάννου. Ο Γιάννης είχε το αντριλίκι επάνω του. Ήτανε ολόκληρος άντρας, γεμάτος αισθήματα. Απ’ τα καλύτερα παιδιά, απ’ τους καλύτερους συναδέλφους. Ο πιο μπεσαλής! Δεν τον έβλεπε τον πελάτη σαν λεφτά, τον έβλεπε σαν αγάπη, για αυτό όπου πηγαίναμε, σε όποιο μαγαζί, δεν ήθελε το αφεντικό να μας αφήσει να φύγουμε! Ο Γιάννης με είχε τον πιο έμπιστο φίλο του. Ήταν άνθρωπος πολύ της οικογένειας, και τα παιδιά του ωραία, και η γυναίκα του ωραία, μέχρι τέλος! Και μας αγαπούσε όλους, και μένα και την οικογένειά μου, είχε κοιμηθεί σπίτι μας στην Πάρνηθα, μαζί να πάμε για κυνήγι, μαζί όλα. Μια φορά είπανε κάτι του Γιάννη, κάποιες συκοφαντίες σε βάρος μου και λέει: Όχι! Ο Μοσχονάς είναι το καλύτερο παλικάρι του πάλκου μου»! Ο δρόμος με τις επιτυχίες Στην Απελευθέρωση ανοίγει ο δρόμος της δισκογραφίας, των λαμπρών επιτυχιών. Ο λόγος στον γιο του Αλέξανδρο: «Στην Αθήνα δουλεύει στα μεγαλύτερα κέντρα της εποχής, στην «Τριάνα», στου «Καλαματιανού». Θυμάμαι μικρός, που πηγαίναμε εκεί όπου δούλευε, πόσο εντύπωση μου έκανε ο κόσμος. Στου «Καλαματιανού», εκεί στις Τζιτζιφιές τα τραπέζια έφταναν μέχρι στην θάλασσα, ενώ στην «Τριάνα» του Χειλά τα τραπέζια περνούσαν την Συγγρού, μέχρι τον άγιο Σώστη! Εντύπωση μου είχε κάνει -παιδάκι τότε!- ένα τραγούδι του Παπαϊωάννου «Το σκυλόψαρο», που είχε φάει το παιδί στο Φάληρο! »Έχω αναμνήσεις και από τον Παπαϊωάννου, στα κέντρα, που δουλεύανε, στην «Τριάνα», τώρα μου ήρθε στο μυαλό, αστειευόταν με ένα γκαρσόνι, τον Θωμά, έπαιζε το μπαγλαμαδάκι και κόλλαγε αυτοσχέδιους στίχους στο τραγούδι «και το γκαρσόνι ο Θωμάς μας κάνει όλο πλάκες» και γέλαγε όλο το μαγαζί. Κάποια στιγμή δεν τα βρίσκει με τον Χειλά, αιτία το μεροκάματο, επόμενος σταθμός ο Βασίλης Τσιτσάνης, αρχίζει καινούρια δισκογραφική δουλειά. »Και τί δεν είπε σε πρώτη εκτέλεση στους δίσκους! “Ο Ζέπος”, “Πριν το χάραμα”, “Ο καψούρης”, “Στα πεύκα και στα έλατα”, “Πέντε Έλληνες στον Άδη”, “Βλέπε, άκου, μη μιλάς”, “Ο Παναής”, «Μοδιστρούλα”, “Πικρό βασανιστήριο”… και άλλα πολλά. Συνθέτει και δικά του τραγούδια: “Περασμένα ξεχασμένα”, “Γυρισμός”, “Σαν πας στην βρύση για νερό”, “Αλήτης με καρδιά”, “Πέντε ψαράδες”, “Παιδιά ξενιτεμένα”. Συνεργάζεται με την Σωτηρία Μπέλλου και την Μαρίκα Νίνου. mosx11gv Με τον Τσιτσάνη ηχογραφεί “Γεια σου καΐκι μου Άη Νικόλα”, “Καινούρια φιλενάδα”, “Το ούζο θα το κόψω”,, και άλλα πολλά», Να πως περιγράφει ο ίδιος ο Οδυσσέας Μοσχονάς αυτήν την θριαμβευτική εποχή: «Στην “Τριάνα”, στο “Φαληρικό” ήτανε γεμάτο το μαγαζί, μέσα έξω, όταν άρχιζε η μουσική οι πελάτες το βλέπανε σαν εκκλησία. Δεν υπήρχε αυτή η φασαρία, όπως σήμερα, δεν υπήρχε όχλος! Και από πού να δημιουργηθεί όχλος; Δεν υπήρχε ούτε μικρόφωνο, ούτε τίποτα. Αν είχες φωνή εγκεφαλική, όπως η δική μου, όπως του Ρούκουνα, του Παπασιδέρη, του Νταλγκά, σε πρόσεχε και ο πελάτης, γινότανε εκκλησία, άκουγε ένα καινούριο τραγούδι, μια αρμονία γνήσια! Άνοιγαν οι πόρτες, ήταν σαν μπαλκονόπορτες και μαζεύονταν χιλιάδες. Ερχότανε από το Περιστέρι, από τον Πειραιά, από παντού, με τα πόδια, με κάθε μέσον, οικογένειες με παιδιά, νεολαία 20-25 χρονών, ν’ ακούσουν εμάς, ν’ ακούσουν αυτά τα τραγούδια, αυτά τα μεγάλα θωρηκτά τραγούδια, αυτή την μεγάλη ορχήστρα, χωρίς μηχανήματα, χωρίς τίποτα. »Μου το λένε και σήμερα. Ερχόμασταν με τους γονείς μας, με τα πόδια για να σας ακούσουμε στις Τζιτζιφιές. Περνούσε ένα βράδυ ο Βασιλιάς Παύλος: – Τί γίνεται εδώ; Τί θέλει αυτός ο κόσμος; – Εδώ είναι ένα κέντρο και τραγουδάνε. “Κι εκείνη την ώρα να λέω εγώ τον “Καπετάν Ανδρέα Ζέπο”, που είχε βγει πριν δέκα μέρες και να γίνεται χαμός! – Μα ποιος είναι αυτός ο Ανδρέας Ζέπος; – Ο καπετάν Ανδρέας Ζέπος είναι ένας που έχει γριγριά στο Φάληρο, που είναι ψαράς! Μας έπαιρνε με τα καΐκια του, μας έδινε ψάρια, μας έκανε κακαβιές, ανοιχτός άνθρωπος, ωραίος γλεντζές! “Και έγραψε ο Γιάννης το τραγούδι. Θα το πεις εσύ απαραιτήτως το τραγούδι -μου είπε- το έχω γράψει απάνω στην φωνή σου. Εν τω μεταξύ με φωνάζει η Κολούμπια. Είχα τραγουδήσει στην Οντεόν “Απόψε έλα κοντά μου, τσιγγάνα στον οντά μου”, “Απ’ της Ζέας το λιμάνι”, τον “Παναή”. Με φωνάζει η Κολούμπια, μου κάνουνε συμβόλαιο και τραγουδάω αμέσως, βγάζει την πρώτη φουρνιά επιτυχίες, τον “Ζέπο”, “Τα νιάτα δεν τα χόρτασα”, “Θα πάω εκεί στην Αραπιά” και μερικά δικά μου. Στις Τζιτζιφιές ανοίγανε 4-5 μαγαζιά, μπουζουξίδικα και να έβλεπες ένα πανόραμα!! Να βλέπεις μια γιρλάντα, να ακούνε μπουζούκια χίλια, χίλια πεντακόσια άτομα. Τραγούδια, που “κουνιόνταν” όλη η Ελλάδα, σουξέ του Γιάννη Παπαϊωάννου, τα τραγούδησα εγώ σε πρώτη εκτέλεση! »Στου Καλαματιανού πέρασε όλη η Αθήνα. Μοσχονάς – Παπαϊωάννου. Την πρώτη χρονιά είχαμε τον Ηλία Ποτοσίδη, την άλλη τον Γιώργο Ροβερτάκη, τον πιανίστα. Δουλέψαμε με τον Κηρομύτη, με τον Στράτο Παγιουμτζή, με τον Χατζηχρήστο, γινότανε ένα πάλκο! Ένα βράδυ κάποιος και λέει ρε παιδιά σας θέλει ο Χειλάς να μιλήσετε. Μου λέει ο Παπαϊωάννου: Πήγαινε ρε Μοσχονά! Πήγαινε να δούμε τι θέλει! Βρίσκω το Χειλά. Γεια σου κύριε Βασίλη! Γεια σου Οδυσσέα, να ‘ρθείτε τον χειμώνα με τον Γιάννη να δουλέψετε εδώ. Βλέπω το μαγαζί, δεν ήτανε κατάλληλο. Πάμε στο βάθος του λέω: – Βασίλη, δεν τα βλέπω καλά τα πράματα. Για να έρθουμε εμείς, πρέπει να γίνει τέλειο το μαγαζί. Ξέρεις κάτι; Θα έρθουμε πάλι την Παρασκευή με τον Γιάννη να συζητήσουμε. »Έτσι κι έγινε. Έκανε το μαγαζί καινούριο, ωραιότατο πάλκο. Εγώ, ο Γιάννης, ο Ποτοσίδης, ο Καλλέργης και άλλοι, χαιρόσουν να παίζεις! Το λέγανε “Παραμύθι”, εγώ με τον Γιάννη το βαφτίσαμε “Τριάνα”, από ένα σπανιόλικο τραγούδι, που τότε ήταν της μόδας. Πάλι πολυκοσμία. Από κάθε γειτονιά ερχότανε να μας ακούσουν»! mosx9gv Μετά το 1953 αλλάζει ο μουσικός χάρτης, και το «Ρεμπέτικο» τραγούδι, περνάει σε δεύτερη μοίρα. Ωστόσο ο Οδυσσέας Μοσχονάς είναι από τους καλλιτέχνες, που εξακολουθεί να βρίσκεται στο προσκήνιο. Αρχίζει την σύντομη, αλλά καθοριστική συναισθηματικά συνεργασία με την Στέλλα Χασκίλ. Τον Ιούλιο του 1953 πηγαίνουν στην Σμύρνη και στην Πόλη. Συνεχίζει τις εμφανίσεις του στα πάλκα σχεδόν μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1960. Να τι έλεγε για αυτήν την εποχή ο Οδυσσέας: «Μετά την “Τριάνα” ήτανε ένα συμβόλαιο να φύγουμε μαζί με την Στέλλα την Χασκίλ για την Σμύρνη, ήτανε η έκθεση της Σμύρνης. Καθίσαμε μερικές μέρες στην Σμύρνη, από κει ήρθε άλλο συμβόλαιο από την Κωνσταντινούπολη. Το μαγαζί αυτό λεγότανε “Καζαμπλάνκα”, Τούρκος ο ιδιοκτήτης, όνομα Χατζή Μπαμπά, είχε και το “Κρυστάλ”, δυο μαγαζιά. Βγαίναμε οι δυο μας. Εγώ πότε μπουζούκι, πότε κιθάρα. Στο άλλο μαγαζί, στο “Κρυστάλ”, παίζανε μόνο τούρκικα όργανα με την τραγουδίστρια Χαμιέτ, η πρώτη στην Κωνσταντινούπολη! Η Στέλλα η Χασκίλ γνώριζε τούρκικα τραγούδια καλύτερα από τις Τουρκάλες και τα έλεγε πιο όμορφα, όπως και τ’ αράπικα. Στην Πόλη άρχισαν τα κακά μαντάτα, είχε κάτι φοβερούς πόνους στην πλάτη, πήγαμε εκεί σε ένα γιατρό. Δεν ήξερε κι αυτός τί ήταν. Από την Κωνσταντινούπολη φύγαμε και παίξαμε στην Θεσσαλονίκη, το μαγαζί λεγότανε “Ρομάντζο”. Όταν γυρίσαμε στην Αθήνα, οι γιατροί είπανε ότι η Στέλλα είχε καρκίνο. Σε λίγους μήνες πέθανε”.(Φεβρουάριος 1954, δες βιογραφία Χασκίλ στο «Μάγκες Αλήστου Εποχής, εκδόσεις Μετρονόμος). «Ο Οδυσσέας πικράθηκε πολύ για τον χαμό της και για καιρό δεν δουλεύει. Όταν ξεπερνά το σοκ αρχίζει πάλι σε διάφορα κέντρα – λέει ο Αλέξανδρος Μοσχονάς. Το 1957 δουλεύει στου Κεφάλα, στην Κοκκινιά, με τον Τζιβανη, τον Φραγκούλη, την Δούκισσα και άλλους. Την άλλη χρονιά στην Καισαριανή με τον Πάνο Γαβαλά. Το καλοκαίρι του 1958 τον φωνάζουμε σε κάποιο μαγαζί στην Λιβαδειά. Μια μέρα πάει σε ένα φίλο του ράφτη για να ράψει ένα κοστούμι. Μέσα βρίσκει ένα παιδί να παίζει κιθάρα. Μόλις βλέπει τον πατέρα, σταματά. Αυτός όμως του ζητά να συνεχίσει και να τραγουδήσει. Τον ρωτά ποιανού γιος είναι και λέει του Βαγγέλη Καραγιάννη, τον εγνώριζε ο πατέρας μου. Το παιδί ήταν ο Κώστας Χατζής. Ο Οδυσσέας θέλει να τον πάρει στο συγκρότημά του, εκείνος ντρέπεται, διστάζει, Πιάνει τον πατέρα του και του ζητά την άδεια να πάρει τον γιο του, να μην τα πολυλογώ, πήρε τον Κώστα μαζί του. »Στην αρχή ο Μοσχονάς παρουσιάζει τον Χατζή σαν Ελληνοαιγύπιο τραγουδιστή και τον βάζει να παίζει ξένα, κυρίως ισπανικά, και τσιγγάνικα τραγούδια. Μετά την Λιβαδειά, πήγανε ολόκληρη σαιζόν στην Ρόδο, μετά στον Βόλο, στα Τρίκαλα, στην Λάρισα. Με τον Κώστα Χατζή ζήσαμε δυο χρόνια σχεδόν μαζί, το θεωρούσα αδελφό μου, έτσι με αποκαλούσε και αυτός. Μετά ακολούθησε σόλο καριέρα με πολύ μεγάλη επιτυχία. Το χειμώνα του 1960 ο πατέρας γυρίζει “Τριάνα” με τον Γιώργο Λαύκα, τον Αντώνη Μουστάκα και άλλους φίλους. Κατόπιν στο ίδιο μαγαζί συνεργάζεται με τον Καζαντζίδη και την Μαρινέλλα, ο Σπόρος (Γιάννης Σταματίου) έπαιζε μπουζούκι. Με πήρε και μένα στην δουλειά για περίπου 3 μήνες. Δεν συνέχισα όμως, προσωπική μου επιλογή, που τον στεναχώρησε. »Την επόμενη χρονιά βγαίνει στο τραγούδι και η αδελφή μου η Ευτυχία, με το καλλιτεχνικό όνομα Έφη Μοσχονά. Δουλεύει σε διάφορα κέντρα στην επαρχία και στην Αθήνα. Συνεργάζεται με την Σαπουντζάκη, τον Μαρούδα, το Παναγόπουλο, τον Ζαμπέτα, την Λαμπράκη και άλλους. Το 1962 ο πατέρας γράφουν με τον Στράτο Διονυσίου 4 τραγούδια, αλλά δεν δισκογραφούνται. Μόνο ο “Ανεμόμυλος” βγαίνει τα τελευταία χρόνια από τον Στέλιο Διονυσίου. Το 1962 και το 1963 κάνει περιοδεία στην Ευρώπη, πηγαίνει Ολλανδία, Βέλγιο, Γερμανία, Σουηδία, Αυστρία, Γαλλία, Ελβετία, Σουηδία, Ιταλία, μεταφέρει με επιτυχία το “Ρεμπέτικο” τραγούδι. »Μετά το 1973-1974 δουλεύει πάλι σε μαγαζιά, στο “Θεμέλιο” στην Πλάκα, στου “Σαμπάνη”, στα Πατήσια, στην Καισαριανή, και λοιπά. Να μην ξεχάσουμε να πούμε για “Τα Ρεμπέτικα της Κατοχής”, βγαίνει δίσκος το 1981 με τον Γιώργο Νταλάρα, σημειώνει μεγάλη επιτυχία. Είχε, όμως, κουραστεί ήθελε να φύγει από το πάλκο. Του λέγαμε να συνεχίσει γιατί είχε γεννηθεί μέσα στην μουσική και η μοναξιά μαραζώνει, αλλά εκείνος ήθελε να ησυχάσει, πέρναγε την ώρα με φίλους του στην Ανθούπολη. about:blank »Ήταν πολύ πικραμένος με την Πολιτεία, που είχε παραπετάξει τους καλλιτέχνες του “ρεμπέτικου”, αν και τους είχαν υποσχεθεί τιμητικές συντάξεις. Τους αγνόησαν. Πήρα την πρωτοβουλία χτύπησα την πόρτα των υπουργών Πολιτισμού αλλά κανένας δεν ενδιαφέρθηκε. Ο πατέρας είχε μόνο μια πενιχρότατη σύνταξη γήρατος. Φτάνουμε σιγά – σιγά στο 1995, την χρονιά, που τον βρήκε ένας έρπης, ήταν εσωτερικός και εξωτερικός. Κάναμε μια πολύ ακριβή θεραπεία αλλά η κατάσταση επιδεινώθηκε, στις 23 Νοεμβρίου 1995 τον βάλαμε στο Γενικό Κρατικό Νικαίας. Έπαθε σηψαιμία και άφησε την τελευταία του πνοή στις 10.30 το βράδυ». Φωτογραφία του Ogdoo Media Οδυσσέας Μοσχονάς & Γιώργος Νταλάρας στην Αυστραλιανή τηλεόραση Παρακολούθηση αργότεραΚοινοποίηση Αναπαραγωγή Δείτε στο YouTube Κάπως έτσι κυλάει η ζωή του μεγάλου τραγουδιστή. Φτωχά τα λόγια όταν «μιλάνε» οι ανεπανάληπτες επιτυχίες του, που και σήμερα, ιδιαίτερα σήμερα, συναρπάζουν. Για επίλογο ο λόγος του Οδυσσέα Μοσχονά για το χθες και το σήμερα του λαϊκού μας τραγουδιού: «Τα παλιά χρόνια αν δεν ήξερες αμανέδες, αν δεν ήξερες σμυρναίικα, νησιώτικα, δημοτικά, τα λαϊκά της εποχής, δεν γινόσουν τραγουδιστής. Δεν μπορούσε η δουλειά να βγει μ’ ένα ζεϊμπέκικο και ένα χασάπικο. Έπρεπε να έχεις ρεπερτόριο μεγάλο και να το ερμηνεύεις όμορφα. Θα σηκωθεί ο κόσμος, θα πιάσει μαντίλι, να χορέψει, τι θα του παίξεις; Για αυτό δεν έλειπε και το δοξάρι από το πάλκο, για αυτό ήτανε μεγάλες οι ορχήστρες. Και σήμερα έχουμε καλές φωνές, αλλά είναι λίγες. Καλά τραγούδια δεν γράφονται τακτικά. Το σημερινό τραγούδι έρχεται και περνάει απαρατήρητο. Οι πιο πολλοί τραγουδιστές τραγουδάνε σήμερα μηχανικά, δεν νοιώθουν αυτό, που λένε, δεν το ζούνε! Γιατί εγώ ξέρω ότι μαζί με την φωνή του τραγουδιστή πρέπει να βγαίνει από το στόμα του και η ζωή του»!